Louis Boutan - Ο πρώτος υποβρύχιος φωτογράφος.

Louis Boutan - Ο πρώτος υποβρύχιος φωτογράφος. 

Γεννήθηκε στην πόλη Versailles (Γαλλία) την 06.03.1859 και πέθανε την 06.04.1934 στην πόλη Tighzirt-sur-Mer. Ανήσυχο πνεύμα από μικρός αναζητούσε πάντα την περιπέτεια. Με πολλές δυσκολίες κατάφερε να σπουδάσει βιολογία στο πανεπιστήμιο του Παρισιού. Το 1884 σπούδασε Θαλάσσια βιολογία στην μικρή πόλη Banyuls-sur-Mer, που βρίσκεται στα Γάλλο-Ισπανικά σύνορα.
Εκεί έμαθε να καταδύεται με σκάφανδρο εκείνης της εποχής ανακαλύπτοντας την αγάπη του για βυθό. Το 1886 είχε την ιδέα να απαθανατίσει ότι ανακάλυπτε στον υποβρύχιο κόσμο, στην πραγματικότητα όμως ο Louis Boutan δεν γνώριζε ότι πριν από αυτόν ένας άλλος φωτογράφος, ο Άγγλος William Thomson, ιστορικά αποδεδειγμένα, έβγαλε την πρώτη και μοναδική υποβρύχια φωτογραφία το 1856. Παρ’ όλα αυτά ο Louis Boutan πέρασε στην ιστορία σαν ο πρώτος υποβρύχιος φωτογράφος. Το 1892 κατασκεύασε και μια αναπνευστική συσκευή κλειστού Κυκλώματος.












Με την βοήθεια του αδελφού του κατασκεύασε την πρώτη υποβρύχια θήκη που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα τετράγωνο κουτί από ορειχάλκινες πλάκες και για την στεγανοποίηση της χρησιμοποίησε καουτσούκ. Η κατασκευή της ήταν σχετικά εύκολη, πρόσθεσε μάλιστα και μια φούσκα που χρησίμευε στην εξισορρόπηση της πίεσης στο εσωτερικό της θήκης ανάλογα με το βάθος που την χρησιμοποιούσε. Είχε επινοήσει και έναν μηχανισμό όπου μπορούσε να αλλάζει στο εσωτερικό της θήκης τους υαλόπλακες (τα “φιλμ” της εποχής) χωρίς να είναι αναγκαίο κάθε φορά να ανοίγει την θήκη.Το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετώπιζε ήταν ο φωτισμός και ο μεγάλος χρόνος του διαφράγματος που έπρεπε να παραμείνει ανοιχτό (10 έως 30 λεπτά ανάλογα με το βάθος). Παρ’ όλες τις δυσκολίες κατάφερε να βγάλει τις πρώτες υποβρύχιες φωτογραφίες σε βάθη από 3,5m μέχρι 11m.

Ο Louis Boutan, για να μειώσει τους χρόνους του διαφράγματος συνέχισε τα πειράματα σε μεγαλύτερα βάθη χρησιμοποιώντας υποβρύχιο “φλας”. Ήταν μια γυάλινη κατασκευή σε σχήμα καμπάνας και στο εσωτερικό της καμπάνας περιείχε εγκλωβισμένο οξυγόνο και μαγνήσιο. Το ενεργοποιούσε με την βοήθεια ηλεκτρικής τάσης προκαλώντας την έκρηξη της καμπάνας η οποία εξέπεμπε μια λάμψη που είχε διάρκεια αρκετών δευτερολέπτων, η χρήση της όμως ήταν πολύ επικίνδυνη.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Το 1889 έλυσε το πρόβλημα αφού του ανατέθηκε από μια εταιρία να παρουσιάσει υποβρύχιες φωτογραφίες στην παγκόσμια έκθεση όπου θα ξεκινούσε λίγο αργότερα στο Παρίσι.

Η εταιρία κατασκεύασε 2 ηλεκτρικούς λαμπτήρες των 20 W o κάθε ένας μειώνοντας έτσι τον χρόνο του διαφράγματος στα 5 δευτερόλεπτα. Για να τροφοδοτήσει τους 2 λαμπτήρες με ηλεκτρική ενέργεια χρησιμοποίησε 60 μπαταρίες των 25 Amp/h όπου το συνολικό βάρος ήταν 1500 kg. Ο Louis Boutan κατάφερε να βγάλει φωτογραφίες σε βάθος και πέρα των 50 m χρησιμοποιώντας σύστημα ενεργοποίησης της φωτογραφικής μηχανής από την επιφάνεια της θάλασσας ή από μικρότερο βάθος από όπου βρισκόταν η φωτογραφική μηχανή.

Το 1900 έγραψε το πρώτο του εκπαιδευτικό βιβλίο με τίτλο La Photographie sous-marine. Κυκλοφόρησε σε όλο τον κόσμο και ήταν το πρώτο βιβλίο που εκδόθηκε με θέμα την υποβρύχια φωτογραφία.

Το 1914 –1918 μαζί με τον αδελφό του Auguste κατασκεύασε μια καταδυτική συσκευή για λογαριασμό του Γαλλικού Ναυτικού. 







Μια από τις πρώτες υποβρύχιες φωτογραφίες
του Louis Boutan.







Ο υποβρύχιος εξοπλισμός του Louis Boutan.

Σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της υποβρύχιας φωτογραφίας την χρωστάμε στο πείσμα και στα πειράματα που έκανε ο Louis Boutan πριν 120 χρόνια.


Χρήστος Ευθυμίου







Καταδυτικό ατύχημα και "χαμένος χρόνος"

Καταδυτικά ατυχήματα συμβαίνουν συνήθως στην ανάδυση καθώς μειώνεται σταδιακά η πίεση του περιβάλλοντος, δηλαδή στην φάση της αποσυμπίεσης (Decomprenssions-phase) και αποτελούν τα τυπικά ατυχήματα των αυτοδυτών ή „Decompression illness ( DCI)" όπως αλλιώς τα ξέρουμε και συμπεριλαμβάνονται όλα τα καταδυτικά ατυχήματα όπως η νόσος των δυτών („Decompression sickness DCS"), αλλά και τα επακόλουθα ενός καταδυτικού ατυχήματος όπως η "αρτηριακή εμβολή αέρος" μετά από ρήξη πνεύμονα.

Πολλές φορές η διάγνωση από έναν αυτοδύτη είναι δύσκολη, αλλά ευτυχώς οι πρώτες βοήθειες που μπορούμε να προσφέρουμε δεν διαφέρουν πολύ μεταξύ τους.

Η ρήξη των πνευμόνων μπορεί να συμβεί ακόμα και σε μικρό βάθος αφού έχουμε αναπνεύσει αέριο υπό πίεση και δεν εκπνεύσουμε κατά την ανάδυση. Τα συμπτώματα μπορεί να είναι πολλά και σύνθετα, π.χ. απώλεια συνείδησης, ισχυρός βήχας, αιμόπτυση, δύσπνοια, σοκ, καρδιακή ανεπάρκεια και εμφανίζονται λίγο μετά την άνοδο στην επιφάνεια του νερού.

Αντίθετα τα ατυχήματα της νόσου των δυτών („Decompression sickness DCS") προκαλούνται από την δημιουργία φυσαλίδων στους ιστούς λόγω μη τήρησης των στάσεων αποσυμπίεσης, της ταχύτητας ανόδου, ή και των δυο. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι σχεδόν ο ένας στους δυο αυτοδύτες που είχαν πρόβλημα με καταδυτικό ατύχημα ισχυρίζονται ότι κράτησαν όλους τους κανόνες ασφαλείας και στάσεις αποσυμπίεσης χωρίς λάθος. Εδώ πρέπει να προσθέσουμε και κάποιους άλλους προσωπικούς παράγοντες που διαφέρουν από δύτη σε δύτη, π.χ. ηλικία, φυσική κατάσταση, καρδιακή λειτουργία, ενυδάτωση, ποσοστό σωματικού λίπους, σωματική κόπωση στην διάρκεια της βουτιάς, χαμηλές θερμοκρασίες νερού, κ.λ.π, που έχουν μεγάλο βαθμό συμμετοχής στην εξέλιξη ενός καταδυτικού ατυχήματος. Τα συμπτώματα μπορούν να εμφανιστούν ακόμα και μετά από την πάροδο 24 ωρών με πόνο στους μύες και τις αρθρώσεις, φαγούρα στο δέρμα (αλλαγή χρώματος), αίσθηση μεγάλης κούρασης συνοδευόμενη από υπνηλία, ζαλάδες, νευρολογικά συμπτώματα ακόμα και απώλεια συνείδησης.

Είναι πολύ σημαντικό μια λεπτομερή περιγραφή του συμβάντος από τον ατυχήσαντα αυτοδύτη ή από τους συμμετέχοντες στην βουτιά όπου συνέβη το περιστατικό, διότι αποτελεί την βάση για μια σειρά ενεργειών και την θεραπεία στην συνέχεια στον υπερβαρικό θάλαμο. Κατ' αρχήν πρέπει να παίρνουμε σοβαρά κάθε σύμπτωμα που πέφτει στην αντίληψη μας. Οι παρενέργειες μετά από ένα ατύχημα, μας δείχνουν ξεκάθαρα την σχέση "χαμένου χρόνου / θεραπείας", με άλλα λόγια όσο ποιο γρήγορα ξεκινήσει η θεραπεία τόσο ποιο καλό και ποιο γρήγορο θα είναι ένα θετικό αποτέλεσμα. Ποιο κατανοητό γίνεται με το φαινόμενο της δημιουργίας των φυσαλίδων όπου ξεκινάει στο αίμα μια σειρά αντιδράσεων, με αποτέλεσμα οι φυσαλίδες να περικλείονται από αιμοπετάλια καθώς και διάφορα άλλα στοιχεία αντιδράσεων όπου μεταβάλλονται σχεδόν σε στερεό σώμα, δυσκολεύοντας έτσι την άμεση / γρήγορη εξέλιξη της θεραπείας. Η θεραπεία στον θάλαμο επανασυμπίεσης είναι ακόμα εφικτή, αλλά όπως μπορείτε να δείτε και στα γραφήματα ποιο κάτω μειώνονται κατά πολύ οι πιθανότητες γρήγορης αποκατάστασης των προβλημάτων.


















  



Τα αποτελέσματα έρευνας καταδυτικών ατυχημάτων μας δείχνουν ότι μόνο το 2,9 % των ατυχημάτων ξεπερνιούνται χωρίς παροχή Ο2 ΝΒΟ (Normobare O2, παροχή 100% Ο2, ατμ. πίεση) και θεραπεία σε θάλ. επανασυμπίεσης χωρίς να έχουν μελλοντικά προβλήματα. Το ποσοστό ανεβαίνει στο 12,4 % μόνο και μόνο με την παροχή Ο2 (ΝΒΟ) αμέσως μετά το ατύχημα. Ακόμα και στην θεραπεία στον θαλ. επανασυμπίεσης η παροχή Ο2 αμέσως μετά το ατύχημα αυξάνει το ποσοστό επιτυχίας και γρήγορης αποκατάστασης από 52,4% σε 69,3%. Βλέπουμε ξεκάθαρα την σημασία που έχει η άμεση παροχή Ο2 (ΝΒΟ).

Χαμένος Χρόνος
Στην συνέχεια βλέπουμε την επιδείνωση των συμπτωμάτων να αυξάνουν δραματικά σε σχέση με τα αρχικά συμπτώματα και τον “χαμένο χρόνο”, έως 4h, 4-12h, και πάνω από 12h μέχρι την έναρξη της θεραπείας σε θαλ. επανασυμπίεσης.



Πρώτες βοήθειες
Αμέσως μετά την εμφάνιση ενός ατυχήματος αρχίζουμε χωρίς καθυστέρηση να προσφέρουμε πρώτες βοήθειες. Ο χειρότερος εχθρός είναι ο "χαμένος χρόνος". Για να έχουμε ένα καλό αποτέλεσμα το πρώτο μας μέλημα είναι να δημιουργήσουμε όσο γίνεται ποιο γρήγορα ευνοϊκές συνθήκες παροχής πρώτων βοηθειών σε σκληρό έδαφος και φροντίζουμε να υπάρχει πρόσβαση γύρω-γύρω από τον ατυχήσαντα δύτη.
Κάνουμε την πρώτη διάγνωση, διαπιστώνουμε αν υπάρχει αναπνοή και καρδιακή λειτουργία (σφυγμός). Αν διαπιστώσουμε την έλλειψη ενός εκ των δυο ή και των δυο ξεκινάμε αμέσως αντίστοιχα να επαναφέρουμε σε λειτουργία το αναπνευστικό και το κυκλοφοριακό σύστημα. Ελέγχουμε συνεχώς την κατάσταση του και συνεχίζουμε να παρέχουμε τις πρώτες βοήθειες μέχρι να έρθει ιατρική βοήθεια ή να είμαστε σίγουροι ότι επαναλειτουργούν ξανά χωρίς να χρειάζεται εξωτερική βοήθεια.

Προϋπόθεση είναι να γνωρίζουμε (να έχουμε εκπαιδευτεί) για την διαδικασία.

Συνοπτικά θυμόμαστε:
  • Διάγνωση του ατυχήματος
  • Διατήρηση αναπνοής 
  • Διατήρηση του κυκλοφορικού συστήματος εφόσον είναι απαραίτητο.
  • Παροχή υγρών (νερό 1 λιτρο την πρώτη ώρα μετά το ατύχημα)
  • Παροχή Ο2 (ΝΒΟ) = (παροχή 100% Ο2, ατμ. πίεση) αν υπάρχει.
  • Ενέργειες / διαδικασίες μεταφοράς στον πλησιέστερο θαλ. επανασυμπίεσης.

Στο σύνολο οι πρώτες βοήθειες θα έχουν καλό αποτέλεσμα, όσο ποιο καλά τηρούμε την κάθε μια από τις παραπάνω διαδικασίες.
Η χρήση παροχής 100% Ο2 ΝΒΟ = (παροχή 100% Ο2, ατμ. πίεση) με σύστημα παροχής π.χ.
WENOLL-System, DAN-Divers Alert Network ή άλλο αντίστοιχο σύστημα, έχει άμεσα αποτελέσματα καλυτέρευσης των συμπτωμάτων αλλά επιταχύνει και την συνολική θεραπεία στον θαλ. επανασυμπίεσης. Η παροχή Nitrox ΕΑΝ 32 ή ΕΑΝ 36 δεν βλάπτει, αλλά το αποτέλεσμα είναι σχεδόν μηδενικό. Παροχή υγρών τουλάχιστον 1 λίτρο την πρώτη ώρα μετά το ατύχημα, μόνο αν ο δύτης έχει πλήρως της αισθήσεις του, διαφορετικά πρέπει να γίνει ενδοφλέβια με ορό από νοσηλευτικό προσωπικό.

Για να είναι αποτελεσματική η παροχή πρώτων βοηθειών προϋποθέτει καλή εκπαίδευση, συνεχή εξάσκηση και γνώση των μεθόδων παροχής των πρώτων βοηθειών, που όπως ξέρουμε αναπροσαρμόζονται ανάλογα με τις επιστημονικές έρευνες σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Σε ένα καταδυτικό ατύχημα δεν κάνουμε ποτέ πλέον υγρή αποσυμπίεση αλλά ούτε και θεραπεία σε ατομικό θαλ. επανασυμπίεσης. Προσφέρουμε τις πρώτες βοήθειες και φροντίζουμε για την γρήγορη μεταφορά του στον πλησιέστερο θαλ. επανασυμπίεσης. Η παροχή Φαρμάκων αν χρειαστεί, πρέπει να γίνει μόνο από γιατρό.

Τέλος μόνο αν είμαστε καλά εκπαιδευμένοι και κάνουμε εξάσκηση σε τακτά διαστήματα, θα είμαστε σε θέση να βοηθήσουμε αποτελεσματικά κάποιον συνδύτη μας.

Χρήστος Ευθυμίου


Σίγουρα θα τεθεί το ερώτημα σε τι χρειάζονται οι πίνακες αφού σχεδόν όλοι χρησιμοποιούμε DC.

Η απάντηση είναι:
  • Διότι δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε απόλυτα τα DC και να έχουμε πάντα ένα σίγουρο Back-up. 
  • Διότι χρησιμοποιούμε τους πίνακες εφεδρικά παράλληλα με τα DC.
  • Διότι κατανοούμε καλύτερα την διαδικασίας της αποσυμπίεσης.
  • Διότι βοηθάει να διευρύνουμε τις γνώσεις μας.
  • Διότι έχουμε την δυνατότητα να προγραμματίζουμε στην στιγμή τις βουτιές μας με έναν ασφαλή τρόπο.
  • Διότι μπορούμε να υπολογίσουμε και να προγραμματίσουμε διαδοχικές βουτιές.
Τέλος για την γνώση που δεν πρέπει να ξεχάσουμε λόγω χρήσης DC και να δοθεί κυρίως στους νέους αυτοδύτες να ασχοληθούν λίγο παραπάνω με το θέμα.

Γιατί επέλεξα τον πίνακα αποσυμπίεσης "DECO 2000"
  • Διότι είναι ένας από τους ποιο ασφαλείς πίνακες. 
  • Είναι πολύ εύχρηστος. 
  • Ορθολογικά προσαρμοσμένος για βουτιές αναψυχής.
  • Μας δίνει στην στιγμή όλες τις πληροφορίες που χρειαζόμαστε.

1. Τι μπορούμε να διαβάσουμε στον πίνακα και που μας είναι χρήσιμος?
Οι πίνακες μας δίνουν την δυνατότητα να διαβάζουμε τον χρόνο “0” αλλά και να βρίσκουμε τις στάσεις αποσυμπίεσης για καταδύσεις αναψυχής με χρήση αναπνευστικού αερίου τον αέρα ή με τους αντίστοιχους πίνακες Nitrox EAN 32, EAN 36 από 0-700m (32/1 - 32/2 - 36/1 - 36/2) και με την αντίστοιχη σειρά για υψόμετρο 701-1500m (701/1 - 701/2). Πρέπει όμως να ξέρουμε πως με τους πίνακες υπολογίζουμε ένα ορθογώνιο προφίλ βουτιάς. Η κατάδυση ξεκινάει με μια “κανονική” ταχύτητα και ο χρόνος που χρειάζεται να φτάσουμε στο μέγιστο βάθος της βουτιάς συμπεριλαμβάνεται στον συνολικό χρόνο κατάδυσης. Ο συνολικός χρόνος μετράει από την στιγμή που εγκαταλείπουμε την επιφάνεια του νερού και μέχρι την πρώτη στάση αποσυμπίεσης όπως αυτό προκύπτει από τον συνολικό χρόνο κατάδυσης και το μέγιστο βάθος της βουτιάς. Η ταχύτητα ανόδου στα τελευταία 10m να είναι αργή, λιγότερο από 10m/min.

Εννοείται πως με τους πίνακες δεν είναι δυνατόν να υπολογίσουμε πολυεπίπεδες βουτιές όπως τις υπολογίζει ένα DC. Μπορούμε όμως να τον χρησιμοποιήσουμε για τους υπολογισμούς μας με το μέγιστο βάθος και τον συνολικό χρόνο κατάδυσης από την στιγμή που εγκαταλείπουμε την επιφάνεια μέχρι και την πρώτη στάση αποσυμπίεσης. Χρησιμοποιώντας γενικά τους πίνακες προκύπτουν σημαντικά μεγαλύτεροι χρόνοι αποσυμπίεσης, αυξάνει όμως σημαντικά την ασφάλεια μας. Μπορούμε επίσης να διαβάσουμε τους χρόνους αποσυμπίεσης για επαναληπτική/ες βουτιά/ες μέσα στην ίδια ημέρα μετά από κάποιο χρόνο παραμονής στην επιφάνεια.

2. Οι ενδείξεις του πίνακα:

Στον πίνακα “DECO 2000” μπορούμε να διαβάσουμε:
  • Το βάθος βουτιάς από 12m έως 63m με διαβάθμιση ανά 3m. 
  • Τους χρόνους “0” στο εκάστοτε βάθος. 
  • Τους χρόνους κατάδυσης που επιθυμούμε για μια συγκεκριμένη βουτιά.
  • Τις στάσεις αποσυμπίεσης ανάλογα με το βάθος βουτιάς 3m, 6m, 9m, 12m, 15m με τους ανάλογους χρόνους για την κάθε στάση.
  • Επαναληπτικό Group (repetitive group) B, C, D, E, F, G (είναι απαραίτητο για τον υπολογισμό επαναληπτικής βουτιάς / βουτιών). 
  • Χρόνους παραμονής στην επιφάνεια ανάλογα με το Επαναληπτικό Group (repetitive group) σε h:min.
  • Το βάθος της επαναληπτικής βουτιάς και τον αντίστοιχο υπόλοιπο χρόνο “0” από την βουτιά που προηγήθηκε).
  • Χρόνος που δεν επιτρέπετε να πετάξουμε μετά από μια βουτιά (no fly time).
Στους πίνακες θα συναντήσετε μερικές άγνωστες λέξεις όπως:
Austauchtabelle                                     = Πίνακάς αποσυμπίεσης
Aufstieg mit 10 m/min                            = Ανάδυση (ταχύτητα ανόδου) 10 m/min
Tiefe (m)                                               = Βάθος (m)
Nullzeit min (')                                       = Χρόνος  "0" min (')
Erst planen - dann Tauchen           = Πρώτα προγραμματίζουμε - και μετά καταδυόμαστε
Grundzeit (min)                                      = Χρόνος βυθού (min)
Dekopause (min)                                   = Στάση αποσυμπίεσης (min)
Wiederholungsgruppe                            = Επαναληπτικό γκρουπ
Oberflächenpause (h : min)                     = Διάλειμμα επιφανείας (h : min)
Zeitzuschläge  (min)                                = Πρόσθετος χρόνος (min)
Tiefe der Wiederholungstauchgangs (m)  = Βάθος επαναληπτικής βουτιάς (m)
Zeitzuschlag zur Grundzeit (min)              = Πρόσθετος χρόνος βυθού                    
    3. Πως χρησιμοποιούμε τους πίνακες σε βουτιές με   αποσυμπίεση.

    Προγραμματισμένη κατάδυση στα 28m βάθος, συνολικός χρόνος 32min.

    Στον προγραμματισμό μιας βουτιάς παίρνουμε πάντα το μέγιστο βάθος της βουτιάς της 1η στήλης που θέλουμε να καταδυθούμε. Σε περίπτωση που το προγραμματιζόμενο βάθος βρίσκεται ανάμεσα σε δύο βάθη του πίνακα, παίρνουμε πάντα το αμέσως μεγαλύτερο βάθος, το οποίον μας προσφέρει και την μεγαλύτερη ασφάλεια.
    Διαπιστώνουμε πως το προβλεπόμενο βάθος βουτιάς 28m δεν υπάρχει στον πίνακα, διαβάζουμε το αμέσως επόμενο βάθος δηλαδή 30m. Το ίδιο ακολουθούμε και στον προγραμματιζόμενο χρόνο, 32min δεν υπάρχει στον πίνακα παίρνουμε τον αμέσως μεγαλύτερο χρόνο δηλαδή 33min. Αφού διαπιστώσαμε το βάθος και τον συνολικό χρόνο της βουτιάς αμέσως στις επόμενες στήλες (δεξιά) προκύπτουν οι στάσεις αποσυμπίεσης. Στο παράδειγμα μας είναι στα 6m/5min και στα 3m/12min.
    Για τον χρόνο κατάδυσης στην 2η στήλη ισχύει το εξής: Ο χρόνος που διαβάζουμε, είναι ο χρόνος από την στιγμή που εγκαταλείπουμε την επιφάνεια μέχρι να φτάσουμε στην πρώτη στάση αποσυμπίεσης.

    Η ταχύτητα ανόδου δεν πρέπει να ξεπερνά τα 10m/min και η άνοδος πρέπει να είναι όσο το δυνατόν ποιο ομαλή δηλαδή max. 10m/min. Σε περίπτωση που η ταχύτητα ανόδου είναι πολύ ποιο αργή από 10m/min. Τότε αυτός ο χρόνος ανόδου μετράει μαζί στο συνολικό χρόνο βουτιάς μέχρι να φτάσουμε στην πρώτη στάση αποσυμπίεσης.


    Πρόσθετα μέτρα ασφαλείας:

    Βουτιά σε παγωμένα νερά.
    Όταν κάνουμε βουτιά σε παγωμένα νερά, τότε διαβάζουμε το αμέσως μεγαλύτερο βάθος στον πίνακα από την αρχική μας πρόθεση, π.χ. υπολογίζουμε την βουτιά στα 33m αντί 30m που βουτήξαμε τα οποία όμως κρατάμε σαν μέγιστο βάθος.
    Υπερβολική κούραση
    Σε περίπτωση στο διάστημα της βουτιάς νιώσουμε υπερβολική κούραση λόγω ρευμάτων ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία τότε πολλαπλασιάζουμε τον συνολικό χρόνο βουτιάς χ 1,5, δηλαδή αυξάνουμε θεωρητικά τον χρόνο της βουτιάς κατά 50% και υπολογίζουμε τις στάσεις αποσυμπίεσης ανάλογα.

    Παράδειγμα:
    Βουτιά 30min. Σε βάθος 24m, ταχύτητα ανόδου 10m/min. Στάση αποσυμπίεσης στα 3m/4min.

    Συνολικός χρόνος κατάδυσης.

    Ο συνολικός χρόνος κατάδυσης υπολογίζεται ως εξής:
    • 3min από 0-24m διαφορά βάθους (ταχύτητα καθόδου περίπου 10m/min.)30min. στα 24m (και μέχρι την πρώτη στάση αποσυμπίεσης)
    • 4min. στα 3m (στάση αποσυμπίεσης)

    Συνολικός χρόνος κατάδυσης = 37min.
    Ο συνολικός χρόνος κατάδυσης μας χρησιμεύει για να υπολογίσουμε την ποσότητα του αερίου που πρέπει να έχουμε διαθέσιμο.

    4. Επαναληπτικές βουτιές.
    Μεταξύ δυο καταδύσεων πρέπει να αφήνουμε να περάσει ένα χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των 2 ωρών, ακόμα και αν κάποιοι πίνακες μας επιτρέπουν να ξεκινήσουμε την επαναληπτική βουτιά μετά από 15 λεπτά. Αυτό διότι είναι αποδεδειγμένο ότι 40 έως 120 λεπτά μετά την πρώτη βουτιά υπάρχει η μεγαλύτερη συσσώρευση μικροφυσαλίδων στο σώμα μας. Επομένως όσο ποιο μεγάλος είναι ο χρόνος ανάμεσα στις δυο βουτιές τόσο μεγαλύτερη είναι η ασφάλεια μας.
    Στην επαναληπτική βουτιά προσθέτουμε επιπλέον χρόνο λόγω της επιβάρυνσης του οργανισμού μας με άζωτο από την 1η βουτιά (υπόλοιπο χρόνου “0”). Ο χρόνος αυτός εξαρτάται από την παραμονή μας στην επιφάνεια μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης βουτιάς και το επαναληπτικό Group (τελευταία στήλη του πίνακα). Όσο ποιο μεγάλος είναι ο χρόνος μεταξύ των βουτιών τόσο ποιο μικρός είναι ο πρόσθετος χρόνος (υπόλοιπο χρόνου “0” της 1ης βουτιάς) που προσθέτουμε στην διαδοχική βουτιά.

    Εφόσον έχουμε τα δυο αυτά στοιχεία δηλαδή τον χρόνο παραμονής στην επιφάνεια και το επαναληπτικό Group (repetitive group) μπορούμε να υπολογίσουμε την δεύτερη βουτιά.

    Προσοχή:
    Στο προγραμματισμό μας αποφεύγουμε όσο μπορούμε αν αυτό είναι εφικτό το επαναληπτικό Group (repetitive group) G, διότι είμαστε ναι μεν ακόμα ασφαλείς, αλλά οριακά απέναντι σε πιθανή νόσο.

    Παράδειγμα: 1η βουτιά, βάθος -27m / 30min.

    Διαβάζουμε στον πίνακα: 
    • Στάση αποσυμπίεσης -3m / 8min
    • Επαναληπτικό Group F.

    Η 2η βουτιά επιθυμούμε να γίνει στα -24m βάθος / 23min.
    Χρόνος επιφανείας ανάμεσα στην 1η και την 2η βουτιά είναι 2h.

    Πρόσθετος χρόνος (υπόλοιπο χρόνου “0” από την πρώτη βουτιά).
    Τον πρόσθετο χρόνο τον βρίσκουμε ως εξής:
    Διαπιστώσαμε ότι το επαναληπτικό Group είναι το F, το αναζητούμε αντίστοιχα στην δεύτερη σελίδα του πίνακα. Βρίσκουμε την κάθετη γραμμή (με το βελάκι) προς τα κάτω ανάμεσα στον χρόνο επιφανείας στην 1η και την 2η βουτιά και τον αμέσως μεγαλύτερο χρόνο, το ακολουθούμε μέχρι να έχουμε στην πρώτη στήλη αριστερά οριζόντια το βάθος** της δεύτερης βουτιάς 24m. Εκεί διαβάζουμε 22min. Ο χρόνος αυτός είναι ο πρόσθετος χρόνος που θα προσθέσουμε στον χρόνο της 2ης βουτιάς (23min + 22min = 45min) ο οποίος είναι θεωρητικά ο συνολικός χρόνος υπολογισμού της 2ης βουτιάς.
    Με το νέο δεδομένο βρίσκουμε στην 1η σελίδα του πίνακα 24m/45min (24m/45min δεν υπάρχει, διαβάζουμε 24m/47min) από όπου προκύπτει αποσυμπίεση στα -6m/2min και στα –3m/14min.

    Προσοχή:
    Πραγματοποιούμε αυστηρά το προγραμματισμένο προφίλ της 2ης βουτιάς 24m / 23min και κάνουμε την αποσυμπίεση με τον νέο συνολικό χρόνο που προέκυψε από τον συνυπολογισμό του πρόσθετου χρόνου και δεν πρέπει να παρασυρθούμε ότι η βουτιά με βάσει τον πίνακα 24m/23min είναι στο χρόνο “0”.

    Παρατήρηση:
    ** Σε περίπτωση που το βάθος που επιλέξαμε για την διαδοχική βουτιά βρίσκεται ανάμεσα σε δύο βάθη του πίνακα επιλέγουμε (αντίθετα με όλες τις άλλες περιπτώσεις) το μικρότερο βάθος διότι αυτό μας παρέχει μεγαλύτερο πρόσθετο χρόνο και επομένως μεγαλύτερη ασφάλεια.

    Χρήστος Ευθυμίου

    Καταιγίδα και κατάδυση


    Εξέλιξη μιας καταιγίδας.

    Συνήθως το καλοκαίρι και το φθινόπωρο εκδηλώνονται οι περισσότερες καταιγίδες. Οι Καταιγίδες δημιουργούνται από ζεστές και υγρές μάζες αέρος οι οποίες ανεβαίνοντας προς τα επάνω και συγκρούονται με κρύες μάζες αέρος. Υπάρχουν πολλές μορφές καταιγίδων αλλά θα περιοριστώ σε δυο τις οποίες συναντάμε το καλοκαίρι και το φθινόπωρο.

    Τις καταιγίδες μπορούμε να τις αναγνωρίσουμε από την μορφή που έχουν τα σύννεφα, έχουμε τις καλοκαιρινές καταιγίδες των οποίων τα σύννεφα μοιάζουν σαν μανιτάρια και φτάνουν μέχρι και 11km ύψος και την φθινοπωρινή καταιγίδα η οποία εξελίσσεται σχετικά σε χαμηλό ύψος.









      

    Καλοκαιρινή κατεγίδα
     
     








      
    Φθινοπωρινή καταιγίδα
     
    Κεραυνοί.

    Οι κεραυνοί δημιουργούνται με την άνοδο ζεστής μάζας αέρος η οποία συμπυκνώνεται με το ανακάτεμα κρύας μάζας αέρος δημιουργόντας σταγονίδια νερού τα οποία στη συνέχεια γίνονται παγοκρύσταλλοι. Στο ανερχόμενο ρεύμα αέρος συγκρούονται μεταξύ τους και ακολουθεί ηλεκτροστατικός διαχωρισμός της τάσης. Το λίγα cm κανάλι αστραπής που ακολουθεί μετά από την κύρια αστραπή ανοίγει πρόωρη εκκένωση τάσης. Η Συνολική τάση που φτάνει και μέχρι 500 εκατομμύρια Volt απελευθερώνεται μέσα 1/100 – 1/50 sec. Και ρέει ρεύμα της τάξεως 100.000 Α. η δε θερμοκρασία αγκίζει τους 30.000 ºC. Και για να το φανταστούμε καλύτερα, είναι ενέργεια 40 kwh ( ή περίπου 30 kg TNT ).

    Κεραυνός στην ξηρά.

    Οι κεραυνοί συνήθως πέφτουν στα ποιο ψιλά σημεία της περιοχής, δένδρα, κολόνες ρεύματος, ψιλά κτίρια κ.λ.π. Με την επαφή στο έδαφος η τάση μοιάζει σαν χωνί με διάμετρο από 20 – 100m. 













    Σε περίπτωση βρεθούμε μέσα σε αυτό το σημείο δημιουργείται τάση μεταξύ των ποδιών μας, όσο ποιο κοντά βρισκόμαστε στο σημείο που έπεσε ο κεραυνός και όσο μεγαλύτερο είναι το βήμα που κάναμε τόσο ποιο μεγάλη είναι και η ποσότητα του ρεύματος που περνάει στο σώμα μας, κατά συνέπεια  αυξάνει και ο κίνδυνος. Η μοναδική προστασία είναι να αποφεύγουμε δένδρα, κολόνες ρεύματος ψιλά κτίρια ή το καλύτερο από όλα να μπούμε σε ένα αυτοκίνητο, να έχουμε κλειστά παράθυρα και να μην πιάνουμε μεταλλικά αντικείμενα απολαμβάνοντας με ασφάλεια τις αστραπές όσο κοντά και αν πέφτουν (Faraday’scher θάλαμος).


    Κεραυνός στην θάλασσα. 














    Εδώ ο κίνδυνος είναι διαφορετικός. Όταν ο κεραυνός πέσει στην επιφάνεια της θάλασσας, λόγω του ότι το νερό είναι καλός αγωγός του ηλεκτρισμού, η τάση διαχέεται επίπεδα δημιουργώντας μια σχετικά μικρή διαφορά τάσης αλλά το ρεύμα που περνάει από το σώμα του δύτη έχει σχεδόν το ίδιο αποτέλεσμα όπως στην ξηρά, σε ακτίνα μέχρι και 100m από το σημείο που έπεσε ο κεραυνός. Όμως με την επαφή του κεραυνού στην επιφάνεια της θάλασσας λόγω της τρομακτικά μεγάλης θερμοκρασίας (30.000 ºC) εξατμίζεται μεγάλη ποσότητα νερού δημιουργώντας "έκρηξη" η οποία μπορεί να συγκριθεί με δυναμίτη, το πιεστικό κύμα μεταφέρεται πολλά μέτρα μακριά και τα επακόλουθα είναι στην καλύτερη περίπτωση ρηξη τύμπανων και ακόμα χειρότερα αν βρεθούμε πολύ κοντά ρήξη πνευμόνων, εμβολή αέρος, απώλεια αισθήσεων.

    Ποτέ βουτιά με καταιγίδα. Βουτιά όταν έχει καταιγίδα ΠΟΤΕ, ειδικά αν είμαστε σε ανοιχτή θάλασσα και δεν έχει υψώματα ή δένδρα εκεί τριγύρω. Αν για κάποιο λόγο βρεθούμε στο νερό και καταλάβουμε ότι πέφτουν κεραυνοί όσο είμαστε σε μεγάλο βάθος και ο (οι) κεραυνοί δεν πέσουν πολύ κοντά μας δεν παθαίνουμε τίποτε τον απορροφάει η μάζα του νερού. Όταν όμως βρεθούμε στην επιφάνεια τότε είναι πολύ επικίνδυνο τα μέταλλα που κουβαλάμε επάνω μας φιάλη κ.λ.π λειτουργούν σαν μαγνήτης.

    Τι κάνουμε όμως αν βρεθούμε σε μια τέτοια κατάσταση;

    1) Κατά αρχήν παραμένουμε σε μεγάλο βάθος +10m.

    2) Επιστρέφουμε υποβρυχίως όσο ποιο κοντά γίνεται στο σημείο εξόδου.

    3) Αποθέτουμε όλο τον μεταλλικό εξοπλισμό στον βυθό.

    4) Αναδυόμαστε στην επιφάνεια και κολυμπάμε χωρίς να σηκώνουμε τα χέρια μας ψηλά διότι λειτουργούν σαν κεραίες.

    5) Αναζητούμε ασφαλές μέρος μέχρι να περάσει η μπόρα. Μέσα σε αυτοκίνητο είναι το ποιο ασφαλές μέρος.

    6) Αφού περάσει η μπόρα και είμαστε “εκπαιδευμένοι”, βγάζουμε τον εξοπλισμό μας στην στεριά.

    Ιστιοπλοϊκά σκάφη:

    Το αλουμινένιο κατάρτι ενός ιστιοφόρου είναι ο πιο κατάλληλος αγωγός μιας ηλεκτρικής εκκένωσης, ιδίως αν αυτό περιλαμβάνει και ένα αλεξικέραυνο στην κορυφή του, του οποίου η ακίδα είναι τοποθετημένη ποιο ψηλά από το πιο ψηλό σημείο του σκάφους (καταρτιού),

    Ένα καλά γειωμένο αλεξικέραυνο μπορεί να θεωρηθεί ότι προσφέρει μια “ζώνη ασφαλείας” γύρω από το σκάφος, δηλαδή μια περιφέρεια με ακτίνα ίση με το ύψος του αλεξικέραυνου.




















    Αυτό σημαίνει ότι προσφέρει ασφάλεια για τους επιβαίνοντες από τους κεραυνούς, αλλά δεν σημαίνει αυτόματα και ασφάλεια για το σκάφος που μπορεί να υποστεί διαφορες ζημιές. Η καρίνα του ιστιοπλοϊκού σκάφους αποτελεί γείωση, αν έχει γειωθεί με το αλεξικέραυνο μέσω των τζαβετών με πλέγμα χαλκού η αντίστοιχα με καλώδιο χαλκού. Τζαβέτες ονομάζονται οι βίδες που συνδέουν την καρίνα με το ιστιοφόρο σκάφος. Η βασική φιλοσοφία της αντικεραυνικής προστασίας είναι όσο γίνεται πιο άμεση και ευθεία προώθηση της ηλεκτρικής εκκένωσης από την ακίδα του αλεξικέραυνου προς την γείωση.
    Επειδή η ηλεκτρική εκκένωση ακολουθεί τον ποιο σύντομο “δρόμο” εκκένωσης, πολλές φορές “πηδάει” από τον αγωγό σε άλλα μεταλλικά αντικείμενα που βρίσκονται στο δρόμο της, δημιουργώντας σπινθηρισμούς με πιθανότητα εκδήλωσης πυρκαγιάς.
    Τα ξύλινα ή πλαστικά σκάφη θα πρέπει να έχουν πλάκα γείωσης τουλάχιστον 1m² ανάλογα με το μέγεθος του σκάφους.


    Μεταλλικά σκάφη:

    Μεταλλικά αντικείμενα πάνω και μέσα στο σκάφος πρέπει να είναι όλα γεφυρωμένα με τη γείωση. Τα μεταλλικά σκάφη αποτελούν από μόνα τους γείωση, μια μεταλλική κεραία VHF μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν αλεξικέραυνο, εφόσον βρίσκεται τοποθετημένη αρκετά ψηλά για να προσφέρει ικανοποιητική ζώνη προστασίας αφού είναι εφοδιασμένη με συλλέκτη ηλεκτρικής εκκένωσης.



















    Για να είμαστε ποιο σίγουροι αν πέσουμε σε καταιγίδα με κεραυνούς, το καλύτερο θα είναι να αποσυνδέσουμε την παροχή ρεύματος σε όλα τα ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά όργανα. Δεν αρκεί να κατεβάσουμε το διακόπτη ή να βγάλουμε την ασφάλεια από τον ηλεκτρικό πίνακα, πρέπει να αποσυνδέσουμε την παροχή ρεύματος, διότι η εκκένωση μπορεί να γεφυρώσει τους δύο ακροδέκτες, "πηδώντας" από τον έναν στον άλλο, με αποτέλεσμα να καταστραφούν τα όργανα και να προκληθεί πυρκαγιά.

    Μερικές οδηγίες ακόμα για πεζούς.
    Μια καταιγίδα βρίσκεται σε επικίνδυνη απόσταση όταν ο χρόνος μεταξύ αστραπής και βροντής είναι μικρότερος από 10 δευτερόλεπτα. Η καταιγίδα τότε βρίσκεται σε απόσταση το πολύ 3 χιλιόμετρα.

    Κατά τη διάρκεια της καταιγίδας πρέπει να αποφεύγουμε:
    • Οποιαδήποτε επαφή με φυσική η τεχνητή έξαρση του εδάφους.
    • Κορυφές βουνών ή λόφων.
    • Παραμονή κάτω από δέντρα, εκκλησίες, πυλώνες, ποταμούς, λίμνες ή θάλασσα.
    • Την επαφή με μεταλλικά αντικείμενα, όπως συρματόσχοινα, περιφράξεις κ.λ.π.
    • Η μικρότερη απόσταση ασφαλείας από τα παραπάνω πρέπει να είναι τουλάχιστον 1m.

    Ασφαλείς είμαστε όταν βρισκόμαστε: 
    • Σε κτίρια με αντικεραυνική προστασία.
    • Μέσα σε αυτοκίνητο (εννοείτε σταματημένο και κλειστό).
    • Μέσα σε σπήλαια, χαράδρες, στην βάση βράχων. 
    Όταν δεν είναι δυνατό να βρεθεί αρκετά ικανοποιητική προστασία και βρισκόμαστε σε ανοικτό επίπεδο έδαφος και πέφτουν κεραυνοί κοντά μας, πρέπει να γονατίσουμε με κλειστά (ενωμένα) τα ποδιά μας έχοντας τα χέρια πάνω στα γόνατα (σαν μια μπάλα).
    Σε καμία περίπτωση δεν ξαπλώνουμε στο έδαφος, δεν κατασκηνώνουμε κάτω από μοναχικά δένδρα η πάνω σε υψώματα.
    Τα άτομα μιας ομάδας πρέπει να χρησιμοποιήσουν το καθένα ξεχωριστό καταφύγιο προστασίας.

    Χρήστος Ευθυμίου