Υποθερμία

Πάντα στην κατάδυση έχουμε να αντιμετωπίσουμε χαμηλότερες θερμοκρασίες νερού και ειδικά τους χειμερινούς μήνες.

Οι στολές που χρησιμοποιούμε μας προστατεύουν από το κρύο, παρ’ όλα αυτά το σώμα έχει μεγάλη απώλεια θερμότητας ακόμα και σε ζεστά νερά τους καλοκαιρινούς μήνες. Σε 20 °C βαθμούς θερμοκρασία νερού το σώμα μας “χάνει” 4 φορές περισσότερη θερμότητα από ότι σε ατμοσφαιρικό περιβάλλον. 

Το σώμα ξεκινά αμέσως την "αυτοπροστασία" του αμέσως μόλις γίνει αισθητή η διαφορά θερμοκρασίας στο δέρμα. Ένα σύστημα νεύρων καταγράφει τις διαφορές και τις μεταφέρει στον εγκέφαλο.  

Αμέσως μετά το σώμα αυξάνει την θερμοκρασία προσπαθώντας πάντα να την ρυθμίσει και να την κρατήσει σταθερή περίπου στους 37 °C. 

Ξέρουμε ότι η θερμοκρασία του σώματος έχει διακυμάνσεις η οποία εξαρτάται από την ηλικία και από τον ημερήσιο κύκλο, το πρωί είναι κατά 0,5 °C χαμηλότερη από ότι το βράδυ.

Επίσης οι διακυμάνσεις οφείλονται και σε άλλους παράγοντες όπως, θερμοκρασία περιβάλλοντος, την υγρασία, την μυϊκή εργασία και στην περίπτωση των καταδύσεων από την θερμοκρασία του νερού.

Τα πρώτα δείγματα υποθερμίας 
Με την αλλαγή της θερμοκρασίας και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, οι μύες του σώματος αρχίζουν να παράγουν θερμότητα προσπαθώντας να αντικαταστήσουν την απώλεια, πράγμα που είναι αδύνατον στο υγρό στοιχείο.

Στην συνέχεια αρχίζουν οι μύες να συσπούνται (να τρέμουν) και ακολουθεί ανατρίχιασμα. Αυτό είναι το κρύο που όπως πιστεύω το έχουμε νιώσει όλοι μας πολλές φορές ειδικά τους χειμερινούς μήνες.

Σε αυτό το σημείο αρχίζει και η υποθερμία του σώματος, ταυτόχρονα αυξάνει ο όγκος του αίματος προς το κύριο σώμα περιορίζοντας έτσι την κυκλοφορία του αίματος στα άκρα επιδεινώνοντας ακόμα περισσότερο την κατάσταση.



 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Η συγκέντρωση του αίματος στο κυρίως σώμα έχει σαν επακόλουθο μια μικρή αύξηση του όγκου αίματος στους κόλπους της καρδιάς από όπου ξεκινά και η “λανθασμένη” ρύθμιση των υγρών του σώματος (“λανθασμένη”, διότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πλεόνασμα υγρών).  

Αυτός είναι, εκτός των άλλων και ο λόγος που έχουμε αυξημένη επιθυμία ούρησης.

Οι τρεις φάσεις της υποθερμίας. 
 
Πρώτη Φάση (Φάση αντίστασης)
  1. Θερμοκρασία σώματος από 37°- 34°C
  2.  Τρεμούλα, ανατρίχιασμα
  3.  Αύξηση του ρυθμού αναπνοής
  4.  Αύξηση των παλμών της καρδιάς
  5.  Αύξηση της πίεσης του αίματος
  6.  Πόνο στα άκρα και τις αρθρώσεις 
Δεύτερη φάση (φάση εξάντλησης) 
  1. Θερμοκρασία σώματος από 34°- 31°C 
  2. Ραγδαία μείωση παλμών 
  3. Μείωση της πίεσης 
  4. Κόπωση
  5. Μειώνεται σταδιακά ο πόνος στα άκρα
    Σύνδρομο φοβίας
 Τρίτη φάση (Φάση παράλυσης) 
  1. Θερμοκρασία σώματος από 31°- 25°C   
  2. Διαστολή εγκεφάλου (οίδημα)   
  3. Απώλεια αντίδρασης   
  4. Απώλεια αναπνοής 
  5. Καρδιακή ανεπάρκεια  Θάνατος 

Γενικά πρέπει να θυμόμαστε, ότι η υποθερμία δυσκολεύει σε μεγάλο βαθμό την αποδέσμευση του αζώτου από τους ιστούς του σώματος λόγω της περιορισμένης κυκλοφορίας του αίματος και την συστολή των κυττάρων.  

Υπάρχει επίσης αυξημένος κίνδυνος νόσου ακόμα και αν η κατάδυση γίνει μέσα στον “χρόνο 0” ή ακόμα και αν κρατηθούν σωστά όλοι οι κανόνες αποσυμπίεσης και η ταχύτητα ανόδου.
Πρόληψη 
  1. Σωστή επιλογή στολής ανάλογα με την θερμοκρασία περιβάλλοντος (νερού)  
  2. Διακοπή της κατάδυσης μόλις καταλάβουμε έντονο κρύο πριν από την δεύτερη φάση (Φάση εξάντλησης)  
  3. Κίνηση, η κολύμβηση π.χ. δημιουργεί θερμότητα έστω και αν είναι για μικρό χρονικό διάστημα  
  4. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να γίνει χρήση αλκοόλ μετά την κατάδυση, διότι η χρήση   αλκοόλ, αντίθετα με αυτό που πιστεύει η κοινή γνώμη δημιουργεί μεγάλη απώλεια θερμότητας λόγω της διαστολής των κυττάρων.
Ενέργειες (θεραπεία) 
  1. Να βγούμε γρήγορα από το νερό  
  2. Να αφαιρέσουμε γρήγορα τον εξοπλισμό μας 
  3. Γρήγορο ντύσιμο με ζεστά ρούχα  
  4. Άμεση μεταφορά και παραμονή σε ζεστό χώρο  
  5. Παροχή ζεστού ροφήματος π.χ. τσάι με λίγη ζάχαρη (σε καμία περίπτωση αλκοόλ)  
  6. Παροχή 100% Ο2 αν υπάρχει  
  7. Χλιαρό μπάνιο αν υπάρχει δυνατότητα (όχι όμως πολύ ζεστό νερό) 
  8. Σε προχωρημένη υποθερμία, δεύτερη φάση (Φάση εξάντλησης) άμεση και προσεχτική μεταφορά σε νοσοκομείο με όσο το δυνατόν λιγότερους κραδασμούς  
  9. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να κάνουμε εντριβές στο σώμα. 
Καλό είναι λοιπόν να γνωρίζουμε μερικά πράγματα που θα μας βοηθήσουν να κάνουμε τις χειμερινές βουτιές μας πιο ευχάριστες.
Ο άνθρωπος στο νερό κάτω από ίδιες συνθήκες θερμοκρασίας κρυώνει 25 φορές γρηγορότερα από ότι στο φυσικό του περιβάλλον. 
Σε θερμοκρασία νερού +32 ºC δεν δημιουργείτε κανένα πρόβλημα διότι το σώμα ισορροπεί την απώλεια με την παραγωγή θερμότητας.

Αντίθετα σε θερμοκρασία νερού +25 ºC και μεγάλη παραμονή στο νερό οδηγεί σε απώλεια θερμοκρασίας του σώματος που μπορεί να να προκαλέσει υποθερμία με ανάλογα συμπτώματα όπως μπορείτε να διαβάσετε πιο πάνω. 

Το 30% της απώλειας της θερμοκρασίας του ανθρώπινου οργανισμού γίνεται μέσω της κεφαλής. 

Σε θερμοκρασία νερού +10 ºC φορώντας στεγανή στολή διπλασιάζεται η πιθανότητα να επιζήσει κανείς από ότι αν χρησιμοποιήσει στολή νεοπρέν υγρού τύπου.  

Με στολή νεοπρέν υγρού τύπου και κάτω από τις ίδιες συνθήκες διπλασιάζεται η πιθανότητα να επιζήσει κανείς από ότι αν βρεθεί στο νερό με τα χειμωνιάτικα ρούχα που φοράμε συνήθως. 

Σε θερμοκρασία νερού +10 ºC μειώνεται η άπνοια περίπου στο 1/6, δηλαδή, ο χρόνος που είμαστε σε θέση να κρατήσουμε την αναπνοή μας είναι 5-10 sec ανάλογα με την φυσική κατάσταση του κάθε ανθρώπου.

Παράγοντες που επιταχύνουν την απώλεια θερμοκρασίας του σώματος (στην επιφάνεια του νερού) είναι: 
  1. Η ταχύτητα του ανέμου. 
  2. Ο κυματισμός όταν βρισκόμαστε στο νερό. 
Ταχύτητα ανέμου: 3 Bft. (Beaufort) (3,4 − <5,5m/s, 12 − 19 Km/h, 7 − <11 kn) 
  1. Με ταχύτητα ανέμου 3 Bft. και θερμοκρασία περιβάλλοντος +0 ºC, η αίσθηση του κρύου είναι -9 ºC. 
  2. Το ίδιο, με θερμοκρασία περιβάλλοντος +5 ºC αντιστοιχεί με θερμοκρασία -2 ºC 
  3. Και σε θερμοκρασία περιβάλλοντος +10 ºC αντιστοιχεί με θερμοκρασία +4 ºC
Ταχύτητα ανέμου: 5 bft. (Beaufort) (8,0 − <10,8m/s, 29 − 38 Km/h, 16 − <22 kn
  1. Με ταχύτητα ανέμου 5 Bft. και θερμοκρασία περιβάλλοντος +0 ºC αισθανόμαστε το κρύο  σαν να βρισκόμαστε σε περιβάλλον με θερμοκρασία -15 ºC.  
  2. Το ίδιο, με θερμοκρασία περιβάλλοντος +5 ºC αντιστοιχεί με θερμοκρασία -8 ºC  Και σε θερμοκρασία περιβάλλοντος +10 ºC αντιστοιχεί με θερμοκρασία +0 ºC
Χρόνος επιβίωσης σε παγωμένα νερά: 

Θερμοκρασία νερού +10 ºC 
  1. Με χρήση στεγανής στολής επιβιώνουμε περισσότερο από 6 ώρες.  
  2. Με στολή υγρού τύπου 3½ - 4½ ώρες.  
  3. Χωρίς προστατευτική στολή 2- 2½ ώρες 
Θερμοκρασία νερού +15 ºC
  1. Με χρήση στεγανής στολής επιβιώνουμε πολύ περισσότερο από 6 ώρες.  
  2. Με χρήση στολής υγρού τύπου 5 - 6 ώρες.  
  3. Χωρίς προστατευτική στολή 3 - 5 ώρες.
Μερικά από τα στοιχεία αυτά προέρχονται από αναφορές πραγματικών περιστατικών που έχουν καταγραφεί από την Γερμανική ομοσπονδία Kano - Kajak τις τελευταίες 10-ετίες. 

Μπορεί όμως να υπάρχουν μεγάλες αποκλείσεις από άνθρωπο σε άνθρωπο. 

Χρήστος Ευθυμίου

Κάπνισμα και κατάδυση.

Κάπνισμα, επικίνδυνη απόλαυση ? 

Ότι το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία δεν υπάρχει καμία μα καμία αμφιβολία, το γράφουν και οι κατασκευαστές των τσιγάρων επάνω στα πακέτα με έντονη γραφή
  
" Οι καπνιστες πεθενουν προωρα"

"Το Καπνισμα βλάπτει σοβαρά εσάς και τους γύρω σας"

"TO ΚΑΠΝΙΣΜΑ ΒΛΑΠΤΕΙ ΣΟΒΑΡΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ".



















Τι συμβαίνει όμως με τους αυτοδύτες καπνιστές, κινδυνεύουν περισσότερο από τους αυτοδύτες που δεν καπνίζουν ? η απάντηση είναι ξεκάθαρη, οι αυτοδύτες καπνιστές  κινδυνεύουν περισσότερο.

Παγίδευση αερίων  
Το αναπνευστικό σύστημα καλύπτεται επιφανειακά από μια πολύ λεπτή βλεννώδη μεμβράνη που σαν σκοπό έχει να παρακρατεί τα μικροσωματίδια που αναπνέουμε.

Στους καπνιστές όμως εκτός από τα μικροσωματίδια παρακρατεί και τις διάφορες βλαβερές ουσίες (261 συνολικά) που παρασύρονται με την εισπνοή του καπνού στους πνεύμονες. 

Η μεμβράνη η οποία παρακρατεί τις βλαβερές ουσίες και τα στερεά μικροσωματίδια αλλοιώνεται (σκληραίνει) από το μακροχρόνιο και συστηματικό κάπνισμα.

Το χειρότερο επακόλουθο σε έναν καπνιστή αυτοδύτη το οποίο δεν γίνεται άμεσα αντιληπτό, είναι η φραγή των κυψελίδων από την βλεννώδη μεμβράνη.

Το αναπνευστικό αέριο εισχωρεί στις κυψελίδες αλλά η βλεννώδη μεμβράνη η οποία έχει αλλοιωθεί (έχει σκληρύνει) από το κάπνισμα δυσχεραίνει την ομαλή έξοδο των αερίων “το αέριο παγιδεύεται”.

Η δυσκολία εξόδου των αερίων από τις κυψελίδες στην διαδικασία ανόδου μετά από μια βαθιά κατάδυση έχει σαν αποτέλεσμα να αυξάνει την εσωτερική πίεση ξεπερνώντας πολλές φορές τα όρια της αντοχής τους και κάποιες από αυτές κυρίως οι αδύναμες αρχίζουν να “σπάνε”.

Με λίγα λόγια έχουμε ένα βαροτραύμα το οποίο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα προκαλώντας ακόμα και νόσο.

Είναι ένας από τους ποιο σοβαρούς παράγοντες ατυχημάτων που αποδεδειγμένα έγιναν όλα σωστά, δηλαδή κρατήθηκαν, ταχύτητα ανόδου και στάσεις αποσυμπίεσης και παρ’ όλα αυτά ο “ασθενής δύτης” κατέληξε στον θάλαμο αποσυμπίεσης για θεραπεία.

Βεβαία, δεν είναι καθημερινό γεγονός, συμβαίνει κατά διαστήματα, αλλά δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία ώστε να έχουμε ένα τεκμηριωμένο πόρισμα, όμως εκείνο που είναι βέβαιο, είναι ότι αυτά τα “περίεργα ατυχήματα”, συμβαίνουν στην πλειοψηφία τους σε δύτες που καπνίζουν συστηματικά.

Επίσης δεν ξέρουμε ακόμα και τον συνδυασμό κάποιων αιτιών που τα προκαλούν, π.χ. λίγος ύπνος την προηγούμενη ημέρα, χρήση αλκοόλ ή και διάφορες άλλες αιτίες.

Είναι όμως εξακριβωμένο, ότι το κάπνισμα αποτελεί πολλές φορές την κύρια αιτία αυτών των ατυχημάτων.


Το μονοξείδιο του άνθρακα 
Άλλo ένα στοιχείο που παρατηρείτε μόνο σε καπνιστές είναι η μόνιμη και αυξημένη ύπαρξη μονοξειδίου του άνθρακα (CO) στο αίμα.

Με την εισπνοή του καπνού στους πνεύμονες δεσμεύεται το CO, η οποία δέσμευση διαρκεί χρονικά περισσότερο από την δέσμευση του Ο2 με αποτέλεσμα να υπάρχει μια ποσότητα CO για μεγάλο χρονικό διάστημα ξεπερνώντας τα χρονικά όρια της βουτιάς πριν από την αποδέσμευση και την φυσιολογική εκπνοή του.

Άλλος ένας σοβαρός παράγοντας είναι ότι η δέσμευση του CO είναι 300 φορές μεγαλύτερη από την δέσμευση του Ο2 και κατ’ επέκταση για όσο χρονικό διάστημα υπάρχει CO στο αίμα δεσμεύεται μικρότερη ποσότητα Ο2 από ότι στον οργανισμό ενός αυτοδύτη που δεν καπνίζει.

Σε ακραίες περιπτώσεις στους συστηματικούς καπνιστές αυτοδύτες μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και ανεπάρκεια Ο2.

Δεν πρέπει να ξεχάσουμε και την ύπαρξη CO στο αέριο που αναπνέουμε το οποίον προστίθεται στο ήδη υπάρχον χωρίς να γνωρίζουμε ποτέ την ακριβή ποσότητα η οποία εξαρτάται πάντα από τον την ποιότητα του αναπνεύσιμου αερίου.

Ο J. Y. Cousteau περιγράφει σε ένα βιβλίο του ότι σε μια κατάδυση σε –40m παρουσιάστηκαν σοβαρά προβλήματα σε όλους τους δύτες της ομάδας και η αιτία ήταν, όπως έδειξαν οι αναλύσεις που έγιναν αργότερα στο αναπνευστικό αέριο, οφειλόταν στην ύπαρξη CO σε ποσότητα 500 ppm = 0,05 Vol%. Τα όρια δόσης αναπνοής CO ανά ημέρα, είναι 100 ppm = 0,01 Vol%.

Νικοτίνη 

Η νικοτίνη δυσχεραίνει την κυκλοφορία του αίματος, ειδικά στους μακροχρόνιους καπνιστές επηρεάζει την κυκλοφορία του αίματος κυρίως στους μύες της καρδιάς, του μυελού και των άκρων.

Εκτός των παραπάνω, η νικοτίνη προκαλεί στένωση των τριχοειδών αγγείων των ιστών με αποτέλεσμα κατά την άνοδο και στις στάσεις αποσυμπίεσης να καθυστερεί η απόδοση (αποδέσμευση) του Ν2 από τα τριχοειδή αγγεία προς το αίμα και έτσι ευνοείται η δημιουργία μικροφυσαλίδων. 

Χωρίς αμφιβολία υπάρχει αυξημένος κίνδυνος νόσου, το τι μπορούν να προκαλέσουν οι μικροφυσαλίδες είναι λίγο-πολύ γνωστό (βλέπε σύντομη περιγραφή ποιο πάνω "Παγίδευση αερίων").

Συμπέρασμα
Κάπνισμα και κατάδυση δεν συμβιβάζονται.

Εκτός από τη αυξημένη προδιάθεση νόσου, το κάπνισμα έχει και μια σειρά άλλων σοβαρών επιπτώσεων στον οργανισμό που είναι ευρέως γνωστές.

Αλλά, αν κάποιος δύτης δεν μπορεί (ή δεν θέλει) να κόψει τελείως το κάπνισμα, τουλάχιστον, ας αποφεύγει το κάπνισμα 2-3 ώρες πριν και μετά την κατάδυση. 

Χρήστος Ευθυμίου

Υπερκαπνία (σύνδρομο “Essoufflement”)

Το σύνδρομο “Essoufflement” γαλλική λέξη που μεταφράζεται σε υπερκαπνία, δύσπνοια, σύνδρομο το οποίον εμφανίζεται υποβρυχίως αναπνέοντας από καταδυτική συσκευή και μπορεί να εξελιχτεί ακόμα και σε Black-out.

Συνήθως παρουσιάζεται σε αυτοδύτες οι οποίοι:
  1. δεν έχουν καλή φυσική κατάσταση
  2. έχουν παθολογικά αίτια
  3. όταν δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν σε πολύ δύσκολες απαιτήσεις μιας κατάδυσης
  4. σε κατάδυση με χαμηλή θερμοκρασία νερού
  5. εκτελούν αυξημένη σωματική εργασία
  6. έχουν πρόβλημα κλειστοφοβίας κ.λ.π.
Τα πρώτα σημάδια είναι:
  1. ανασφάλεια
  2. φοβία
  3. ταχυπαλμία
  4. αυξημένος ρυθμός αναπνοής…..
Στην συνέχεια υπάρχει η αίσθηση ότι δεν επαρκεί ο αέρας που μας δίνει ο ρυθμιστής με αποτέλεσμα να εντείνεται ο ρυθμός της αναπνοής ακόμα περισσότερο. 

Στην εξέλιξη του φαινομένου συμβάλλουν και άλλοι παράγοντες όπως:
  1. η δύσκολη αναπνοή λόγου της πυκνότητας του αέρα που αναπνέουμε (σε κάπως μεγαλύτερα βάθη)
  2. ο στροβιλισμός του αέρα μέσα στους πνεύμονες ο οποίος εμποδίζει σημαντικά την ανταλλαγή και την εκπνοή των αερίων
  3. η αλλαγή τρόπου αναπνοής υποβρυχίως (βλέπε σημείωση).
Η αίσθηση ότι δεν επαρκεί ο αέρα μας αναγκάζει υποσυνείδητα να έχουμε πάντα τους πνεύμονες γεμάτους με αποτέλεσμα να αναπνέουμε μικρότερη ποσότητα αέρα, μερικές φορές ο αέρας παραμένει στους νεκρούς χώρους του αναπνευστικού μας συστήματος χωρίς να φτάνει σωστά στους πνεύμονες. 

Έτσι αυξάνεται το διοξείδιο του άνθρακα CO2 ακόμα περισσότερο στο αίμα που ως γνωστό ρυθμίζει το αναπνευστικό μας σύστημα.

Από κει και πέρα είναι θέμα 20-30 δευτερολέπτων το ξέσπασμα του πανικού. 

Πέρα των 20-30 δευτερολέπτων σε αυτό το στάδιο ο πανικός δεν είναι πλέον διαχειρίσιμος από το ίδιο άτομο.

Όπως αποδεικνύουν συστηματικές έρευνες, πολλά ατυχήματα οφείλονται σε αυτό ακριβώς το φαινόμενο, αυτοδύτες βρέθηκαν πνιγμένοι ενώ οι ρυθμιστές ήταν εντάξει και στις φιάλες με αρκετή ποσότητα αερίου, παρόλα αυτά βρέθηκαν πνιγμένοι και σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις χωρίς ρυθμιστή στο στόμα.

Τι μπορούμε όμως να κάνουμε ώστε να αποφύγουμε μια τέτοια εξέλιξη?

Κατά αρχήν το πρόβλημα δεν παρουσιάζεται ξαφνικά και αυτό είναι το ευτύχημα.

Αφού καταλάβουμε τις πρώτες ενδείξεις που προανέφερα, κάνουμε οικονομία δυνάμεων, δηλαδή σταματάμε να κολυμπάμε, αναπνέουμε και εκπνέουμε βαθιά (ελεγχόμενα) 3 - 4 φορές ανανεώνοντας τον αέρα στους πνεύμονες.

Με αυτό το τρόπο επιστρατεύουμε τις τελευταίες αντιδράσεις του οργανισμού μας και μας δίνει την ευκαιρία μιας στοιχειώδους διαχείρισης του προβλήματος. 

Στην συνέχεια με την βοήθεια του συντρόφου μας (είναι καθοριστικής σημασίας και επιδρά θετικά στην ψυχολογία) αρχίζουμε ελεγχόμενη άνοδο φτάνοντας σιγά σιγά σε μικρότερο βάθος όπου η αναπνοή αρχίζει να επανέρχεται σε κανονική λειτουργία.

Σε καμία περίπτωση δεν συνεχίζουμε την κατάδυση, παρά την διακόπτουμε αμέσως τηρώντας ταχύτητα ανόδου και τυχόν στάσεις αποσυμπίεσης.


Σημείωση:

Στο φυσικό μας περιβάλλον κάτω από ομαλές συνθήκες η εκπνοή είναι η κανονική κατάσταση, υποβρυχίως όμως και χωρίς την θέλησή μας αντιστρέφεται και η κανονική κατάσταση είναι η εισπνοή. 

Αλλάζει επομένως και η χρονική σχέση του κύκλου αναπνοής. 

Ενώ στο φυσικό μας περιβάλλον o κύκλος αναπνοής είναι αναπνοή- εκπνοή-μικρό διάλειμμα-αναπνοή....., υποβρυχίως στην πλειοψηφία των δυτών είναι αντίστροφα, μικρό διάλειμμα-εκπνοή-εισπνοή-μικρό διάλειμμα.........

Χρήστος Ευθυμίου